εντιμότητα

η (Α ἐντιμότης)
νεοελλ.
1. η ιδιότητα τού έντιμου, τιμιότητα, ευσυνειδησία
2. ως τιμητική προσφώνηση («η Υμετέρα Εντιμότης», «η Εντιμότητά Σας»)
αρχ.
η υπόληψη, η αναγνώριση τής αξίας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εντιμότητα — η 1. το να είναι κάποιος έντιμος, το να είναι σεβαστός. 2. η τιμιότητα, η ακεραιότητα του χαρακτήρα, η ευσυνειδησία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐντιμότητα — ἐντιμότης honour fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευσυνείδητος — η, ο (ΑΜ εὐσυνείδητος, ον) (για πράξη, εργασία κ.λπ.) αυτός που είναι αποτέλεσμα ευσυνειδησίας, που έχει γίνει με ευσυνειδησία, εντιμότητα και σοβαρότητα (α. «ευσυνείδητη εργασία» β. «εὐσυνείδητον πρᾱγμα») νεοελλ. εκείνος που έχει συνείδηση τών… …   Dictionary of Greek

  • ακεραιότητα — Η ολότητα, η πληρότητα· επίσης, μεταφορικά, η εντιμότητα του χαρακτήρα. (Νομ.) Η σωματική α. του ατόμου προστατεύεται από τον αστικό και ποινικό νόμο. Περιέχεται στο δικαίωμα επί της ιδίας προσωπικότητας και σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της… …   Dictionary of Greek

  • τιμιότητα — η / τιμιότης, ητος, ΝΑ [τίμιος] νεοελλ. η ιδιότητα και ο χαρακτήρας τού τίμιου, εντιμότητα, ευσυνειδησία αρχ. 1. η ιδιότητα αυτού που γίνεται αντικείμενο τιμής και σεβασμού 2. υλικός πλούτος, πολυτέλεια 3. φρ. «ἡ σὴ τιμιότης» (τύπος προσφώνησης)… …   Dictionary of Greek

  • έντιμος — (6ος; αι. π. Χ.). Ένας από τους οικιστές της Γέλας, στη Σικελία. Ήταν αρχηγός των Κρητών και ταξίδεψε μαζί με τον Ρόδιο Αντίφημο, 45 χρόνια μετά την κτίση των Συρακουσών. * * * η, ο (AM ἔντιμος, ον) Ι. αυτός τον οποίο τιμούν και επαινούν νεοελλ.… …   Dictionary of Greek

  • αρετή — Στην πορεία της φιλοσοφικής σκέψης η α. έχει λάβει διάφορες σημασίες. Κατά την ελληνική αρχαιότητα υποδήλωνε την ικανότητα για παραγωγή ωφέλιμου αποτελέσματος. Με την πρώτη αυτή σημασία, η α. είναι προϋπόθεση ευδαιμονίας. Φυσική επιτηδειότητα και …   Dictionary of Greek

  • ευήθης — εύηθες (ΑΜ εὐήθης, εὔηθες) υπερβολικά αγαθός και αφελής, χαζός μσν. αρχ. 1. αυτός που έχει καλό ήθος, απλός, ειλικρινής, άδολος («τὸ μὲν τῶν εὐηθεστέρων, τὸ δὲ τῶν πανουργοτάτων» το ένα γνώρισμα τών πιο απλών, άδολων ανθρώπων, το άλλο τών πιο… …   Dictionary of Greek

  • ευθύτητα — η (ΑΜ εὐθύτης) [ευθύς] 1. ευθύγραμμη διεύθυνση 2. εντιμότητα, ειλικρίνεια (α. «ευθύτητα χαρακτήρα» β. «λατρεύσατε Αὐτὸν ἐν εὐθύτητι καὶ δικαιοσύνῃ», ΠΔ) αρχ. μσν. η κατεύθυνση, η πορεία («ἡ εὐθύτης τῶν πραγμάτων», Ιωάνν. Χρυσ.) αρχ. φρ. «ἡ… …   Dictionary of Greek

  • ευσυναλλαξία — εὐσυναλλαξία, ἡ (Α) [ευσυνάλλακτος] η ευθύτητα, η εντιμότητα στις συναλλαγές …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.